βασσάρα

βασσάρα, η (Α)
1. η αλεπού
2. χιτώνας των Βακχών της Θράκης, πιθανώς από δέρμα αλεπούς
3. μαινάδα του Διονύσου από τη Θράκη
4. αναιδής γυναίκα ή πόρνη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η στενή σχέση της λ. με τη λατρεία του Διονύσου είναι η αιτία των διαφόρων σημασιών που έχει προσλάβει η λ. Αρχική θεωρείται η σημ. 1, η οποία ανάγεται πιθ. στο αιγυπτ. ιερογλ. wasar, κοπτ. bašar. Πρόκειται δηλ. πιθ. για δάνεια λ. που εισήχθη με τη λατρεία του Διονύσου, ενώ η υπόθεση περί λιβυκής προελεύσεως της λ. που υποδείχθηκε από τον Ησύχιο δεν φαίνεται πιθανή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βασσάρα — βασσάρᾱ , βασσάρα fox fem nom/voc/acc dual βασσάρᾱ , βασσάρα fox fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσάρας — βασσάρᾱς , βασσάρα fox fem acc pl βασσάρᾱς , βασσάρα fox fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσάραι — βασσάρα fox fem nom/voc pl βασσάρᾱͅ , βασσάρα fox fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσάραν — βασσάρᾱν , βασσάρα fox fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσαρῶν — βασσάρα fox fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσάραις — βασσάρα fox fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσάρη — βασσάρα fox fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βασσαρίς — ( ίδος), η (Α) [βασσάρα] η βασσάρα …   Dictionary of Greek

  • Бассарейский — (греч.) фригийско фракийское прозвище Вакха вследствие лисьей шкуры (βασσάρα), которую носили Вакх и жрецы его. Бассариды прозвище вакханок. Бассарийский принадлежащий Вакху, вакханкам …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ДИОНИС —    • Dionysus,          Διόνυσος, Διώνυσος, Βάκχος, Bacchus, Liber, Вакх, сын Зевса и Семелы (Ноm. Il. 14, 325), бог вина и виноделия, посредством вина веселящий сердце человека (χάρμα βροτοι̃σιν) и прогоняющий заботы и страдания (Λυαι̃ος,… …   Реальный словарь классических древностей

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.